| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| go along with [sth] vtr phrasal insep | figurative (permit, consent to) | συμφωνώ με κτ ρ μ |
| | (αργκό) | πάω πάσο έκφρ |
| | I usually just go along with what she says to avoid any arguments. |
| | Συνήθως συμφωνώ με ε ό,τι κι αν λέει για ν' αποφύγω τους καυγάδες. |
| | Συνήθως πάω πάσο σε ό,τι κι αν λέει για ν' αποφύγω τους καυγάδες. |
| go along with [sb/sth] vtr phrasal insep | figurative (support, agree with) | στηρίζω ρ μ |
| | | συμφωνώ με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ |
| | Rachel is happy to go along with Harry's suggestion. |
| | Η Ρέιτσελ θα στηρίξει με χαρά την πρόταση του Χάρυ. |
Ο όρος 'go along with' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: